Με πρόσχημα την κατανόηση των κινήτρων ενός καλλιτέχνη, οι κινηματογραφικοί δημιουργοί συνηθίζουν να παρουσιάζουν βιογραφίες «κλειδαρότρυπας», ικανοποιώντας την κιτρινίζουσα ανάγκη μας να μάθουμε περισσότερα για την προσωπική ζωή του καλλιτέχνη και έπειτα είτε να τον αποδομήσουμε, φέρνοντάς τον στα μέτρα μας σαν άλλοι Προκρούστηδες, είτε να τον λυπηθούμε για όσα πέρασε και να λάβουμε τον απαραίτητο (μικρο)αστικό καθησυχασμό – «καλά είμαστε εμείς στο σπιτάκι μας, κοίταξε τι θα μπορούσε να μας βρει». Στη δεύτερη περίπτωση, αν ο καλλιτέχνης είναι και εύπορος, καταλαγιάζει και η ταξική μας οργή – «τελικά, τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία».

 

Το Niki αφορά την πολυσχιδή προσωπικότητα της (πρωτίστως εικαστικού) Νικι ντε Σεν Φαλ, αλλά λίγο το απασχολεί το έργο της· περισσότερο το αφορούν τα παθήματά της σε ένα πατριαρχικό περιβάλλον στο σπίτι από την κακοποίηση που υπέστη σε εκείνη στην ψυχιατρική κλινική όπου νοσηλεύτηκε. Δεν επιχειρεί να αναπλάσει κινηματογραφικά την αισθητική των έργων της, εκτός αν εκλάβουμε τα ζωηρά χρώματα για τέτοια απόπειρα, αλλά, αν ήταν έτσι, σε τι διαφέρει η όψη αυτής της ταινίας από το Χάρισμα της Σεραφίν για παράδειγμα – και άρα οι δυο καλλιτέχνιδες μεταξύ τους; 

 

Το εύρημα του split screen άλλοτε εξυπηρετεί την τραυματισμένη φύση του χαρακτήρα, άλλοτε επισπεύδει την αφήγηση και αφήνει μια μικρή εντύπωση διαφοροποίησης από τον σωρό, που παραμένει στο επίπεδο της εντύπωσης. Η ταινία διαθέτει και μια tour de force εμφάνιση από τη Σαρλότ Λε Μπον που παραπέμπει και φυσιογνωμικά στην καλλιτέχνιδα, στο τέλος της μέρας, όμως, παραμένει άλλο ένα biopic «κλειδαρότρυπας», που, τελικά, δεν τιμά το υποκείμενό του και τους λόγους που το μνημονεύουμε σήμερα – διάολε, δεν περιλαμβάνει καν έργα της Νίκι ντε Σεν Φαλ, έστω και ως κομμάτι του ντεκόρ.